ὑπεραλγής


ὑπεραλγής
ὑπερ-αλγής, ές, übermäßigen Schmerz empfindend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπεραλγής — exceedingly grievous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπεραλγής — ές, Α 1. αυτός που προκαλεί έντονο άλγος, πολύ οδυνηρός 2. αυτός που νιώθει βαθιά οδύνη, που πονάει πάρα πολύ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + αλγής (< ἄλγος), πρβλ. ἐν αλγής, περι αλγής] …   Dictionary of Greek

  • ὑπεραλγῆ — ὑπεραλγής exceedingly grievous neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὑπεραλγής exceedingly grievous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὑπεραλγής exceedingly grievous masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραλγεῖ — ὑπεραλγέω feel pain for pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ὑπεραλγέω feel pain for pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ὑπεραλγέω feel pain for pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ὑπεραλγέω feel pain for pres ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραλγῶν — ὑπεραλγέω feel pain for pres part act masc nom sg (attic epic doric) ὑπεραλγέω feel pain for pres part act masc nom sg (attic epic doric) ὑπεραλγής exceedingly grievous masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.